Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Πύργου ιδρύθηκε την 25η Απριλίου 1926 από όμιλο επιφανών Πυργίων πολιτών, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, Αρχίατρο και με πυρήνα των πρώτων συλλογών βιβλίων από δωρεές ιδιωτών ντόπιων και ομογενών.

Νέα αποκτήματα (λευκώματα κ.ά)

 

[. . .] Με την παρούσα έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας προβάλλεται ένα μέρος του φωτογραφικού έργου του πρωτοπόρου φωτορεπόρτερ Πέτρου Πουλίδη (1885-1967), υλικό κυρίως από την Αθήνα του Μεσοπολέμου, εποχή κρίσιμη για όλη την Ελλάδα, περίοδο ανασυγκρότησης και μεγάλων κοινωνικών ανακατατάξεων. Μέσα από τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Πέτρου Πουλίδη επιχειρείται να δοθεί η ταυτότητα της Αθήνας, που έκτοτε μεγάλωσε κάτω από αντίξοες συνθήκες, με πλήθος προσφύγων που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια καινούργια ζωή. Καταγράφεται φωτογραφικά μια διαδρομή είκοσι περίπου χρόνων, από το 1922 έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ένα αφιέρωμα στον απλό καθημερινό άνθρωπο, που η ιστορία συνήθως τον καταγράφει μόνο μέσα από στατιστικά νούμερα. (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

 

Ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας είναι καταξιωμένος αρχιτέκτονας, πολυταξιδεμένος και με σπάνια καλλιέργεια. Είναι και δάσκαλος που άφησε εποχή στο Πολυτεχνείο αλλά και στο εξωτερικό. Η πείρα τού δίδαξε πως έλειπε η γνώση γύρω από τους δημόσιους χώρους, εκεί που κινούνται οι πεζοί, με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε πώς να τους αντιμετωπίσουμε.

Δεινός σκιτσογράφος, άρχισε έτσι να συγκεντρώνει εδώ και δεκαετίες σκίτσα από ταξίδια και βιβλία πάνω στο θέμα. Του πήρε πολλά χρόνια αλλά στο τέλος δημιουργήθηκε έτσι ένα φοβερό αρχείο σχεδίων που οδήγησε σ' αυτήν την έκδοση που τώρα κυκλοφορεί.

Στο βιβλίο «Περπατώντας στην πόλη», αναρίθμητα παραστατικά σκίτσα του ίδιου, από όλο τον κόσμο κι από όλες τις ιστορικές εποχές, συνοδεύονται από σύντομο σχολιασμό, συχνά αιχμηρό. Αν και παντού κυριαρχούν οι εικόνες, δεν πρόκειται για «λεύκωμα» όπως είπαμε, γιατί ο σχολιασμός τους αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της κατανόησής τους. Ο Δεκαβάλλας έχει πετύχει εδώ μια σπάνια ισορροπία.

Για να μπορέσει να οργανωθεί όμως το υλικό μέσα σε έναν τέτοιο απέραντο αποδέκτη παραδειγμάτων, ο Δεκαβάλλας αναγκαστικά διακρίνει κατηγορίες χώρων, κατηγορίες αντικειμένων έτσι ώστε να βρεθούν πλάι πλάι ομοειδή αντικείμενα κι ας είναι στην πραγματικότητα κατανεμημένα σε διαφορετικές χώρες και αμέτρητες φορές σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Τα ιεραρχεί και τα κατατάσσει και μετά ψάχνει με τον πιο σχολαστικό τρόπο να βρει τη σωστή τους κατανομή μέσα στο βιβλίο, ομαδοποιώντας και συσχετίζοντας, συμπληρώνοντας, εκτός από τα σχόλια, με εκτενή κείμενα εισαγωγικά σε κάθε ενότητα. Κι όπως ήδη σημειώθηκε, δεν πρόκειται για απλά, πληροφοριακά κείμενα, αλλά «ψαγμένα», με σπάνια διεισδυτική κριτική διάθεση, κάποτε και με χιούμορ, που μαρτυρούν βαθιά γνώση.

Με άλλα λόγια, το βιβλίο του Δεκαβάλλα είναι ακόμα ένα αρχιτεκτονικό έργο του, είναι ένα αρχιτεκτονημένο έργο του, στο οποίο επιδεικνύει την ίδια προσήλωση και αγάπη στο αντικείμενο όπως θα γινόταν σε κάποιο από τα τόσο φωτεινά κτίριά του. Ετσι, το βιβλίο στην πραγματικότητα είναι ένα πεδίο όπου τα παραδείγματα δημόσιων χώρων συντίθενται σε νέες ομάδες και συσχετίσεις, μέσα από τη δημιουργική πρωτοβουλία του Δεκαβάλλα.

Ο τρισδιάστατος αστικός χώρος, με την επίπονη και συστηματική (για να μην πω, εξίσου ηρωική) δουλειά που έγινε στο εργαστήριο της «Μέλισσας», μετατρέπεται έτσι σε δισδιάστατη σελιδοποίηση βιβλίου, καταλήγοντας σε μια πρωτότυπη σύνθεση γεμάτη κέφι και ζωντάνια, αντανακλώντας τον χαρακτήρα του δημιουργού του.

Πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/egkomio-sti-diahroniki-pezoporia


 

Το έργο αυτό ερευνά την αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο στην εξέλιξή της από τον όψιμο 17ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Το πλούσιο πρωτότυπο υλικό του, διαχρονικά αντιπροσωπευτικό του αρχιτεκτονικού πλούτου του Πηλίου, αποκαλύπτει με σχεδιαστικές αποκαταστάσεις τη συχνά αλλοιωμένη αρχική εικόνα των κτηρίων. Το βιβλίο αυτό είναι χρήσιμο για όσους θέλουν να διακρίνουν το γνήσιο από το επίπλαστο και να κατανοήσουν τις ιλιγγιώδεις διαφορές ζωής και κοσμοαντίληψης ανάμεσα στην προβιομηχανική κοινότητα και τη μεταβιομηχανική κοινωνία.


«Το λεύκωμα Πίνδος είναι μια προσεκτική επιλογή, από μια μεγάλη θεματογραφικά και χρονικά ενότητα, εκατόν είκοσι δύο ασπρόμαυρων αναλογικών φωτογραφιών μου – ωδή στο κομμάτι εκείνο της οροσειράς της Πίνδου που αφορά γεωγραφικά κυρίως τους νομούς Τρικάλων, Ιωαννίνων και Γρεβενών.

»Σε αυτό το φωτογραφικό σύνολο το φυτικό περιβάλλον, είναι αυτόνομο είτε σε συνδυασμό με τα οικιστικά κατάλοιπα των αγροτροφικών κοινωνιών που έδρασαν στον χώρο τους προηγούμενους δύο αιώνες, είναι ο πρωταγωνιστής και οι άνθρωποι λανθάνοντες κομπάρσοι. Πρωτίστως, τα υλικά τεκμήρια αυτών των εξαφανισμένων σήμερα ορεινών κοινοτήτων, όπως οι ερημωμένες οικίες, οι μισογκρεμισμένες αγροικίες, οι εγκαταλειμμένοι στάβλοι και οι αποθήκες, οι πέτρινοι αναλημματικοί τοίχοι –τόσο στην αυστηρά αρχιτεκτονική τους αποτύπωση, όσο και ενταγμένα στο τοπίο, που πολλές φορές φαίνεται να τα καταπίνει ανηλεώς–, ορίζουν το αγαπημένο μου θέμα.

»Και πώς να μην είναι άλλωστε, όταν οι κατασκευές αυτές αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του άγνωστου ορεινού χώρου της Πίνδου, χαρίζοντάς του μια ατμόσφαιρα ονειρική, παραμυθένια, βγαλμένη από τους μύθους και τους θρύλους των λαϊκών δοξασιών». (Απόσπασμα από τις προλογικές σημειώσεις του Δ.Χ. Διβάνη)