Κάντε κλικ σε κάθε εικόνα για να δείτε λεπτομέρειες του βιβλίου.

Ο Πύργος της Κατοχής : Το Χρονικό της Πικρής Εποχής 1941-1944

Ο Πύργος είναι η μνήμη του και οι μνήμες των ανθρώπων του, αυτών που έζησαν κι αυτών που ζουν, συνυφασμένες σ’ένα συνεχές χωροχρόνο άλλοτε ορατό κι άλλοτε απροσδιόριστο, που περιμένει να μας μιλήσει, να μας οδηγήσει σε αυτογνωσία. “Ο Πύργος της Κατοχής” είναι ένα κεφάλαιο ιστορικής πορείας του με πολλές σελίδες… Το “Χρονικό” αυτό καλύπτει ένα μέρος του… Η τρίχρονη “πικρή εποχή” για την πόλη και για ολόκληρη την Ηλεία γενικότερα, είναι γεμάτη από τραγωδίες, δράματα και περιπέτειες για το λαό της. Θάνατοι, αρρώστιες, στερήσεις, καταστροφές – οικονομικές, υλικές και κοινωνικές – διωγμοί, σημάδεψαν το πεπρωμένο και την ιστορία τους… Η επιχειρηθείσα αυτή χρονογραφική καταγραφή δεν διεκδικεί τον τίτλο του ολοκληρωμένου ιστορικού αφηγήματος. Είναι μια σύντομη ματιά της εικόνας εκείνης της εποχής, που η λήθη και η απόσταση των 70 χρόνων, προσπαθούν να την παραγράψουν. Είναι ακόμη φόρος τιμής σε όλους όσοι μαρτύρησαν με δοκιμασίες, βάσανα, δυστυχία και με θάνατο, την μαύρη εποχή 1941-1944.


Οι Γερμανοί στην Ηλεία

Το όνομα του Τάση Καζάζη είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του Πύργου και της Ηλείας γενικότερα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, παρότι χρημάτισε δήμαρχος της πόλης αρκετές φορές και μεταπολεμικά. Στο βιβλίο του “Οι Γερμανοί στην Ηλεία” παρουσιάζει με σχολαστική αντικειμενικότητα, πλήρη αμεροληψία και με αδιάψευστα τεκμήρια τα γεγονότα της γερμανικής Κατοχής που κλήθηκε σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της Ηλείας να λάβει στα χέρια του την τύχη των συμπολιτών του. Η αφήγησή του είναι ζωντανή και οι παρατιθέμενοι διάλογοι μας μετα-φέρουν στο κλίμα της ιστορούμενης εποχής.
Η παράθεση των γεγονότων ξεκινά το 1943 από τη Δίβρη που βρισκόταν με την οικογένειά του και καταλήγει στις 4 Σεπτεμβρίου 1944 όταν φεύγει από τον Πύργο το τελευταίο τμήμα του γερμανικού στρατού. Τότε, ο συνταγματάρχης Οσάνν αποχαιρετώντας τον δήμαρχο του λέει με βαριά φωνή: “Ίσως να μην ιδωθούμε ποτέ πλέον. Φεύγοντας σας ευχαριστώ πολύ, γιατί με τη στάση σας με αποτρέψατε να κάμω κακό στον τόπο σας!”.
Ο συγγραφέας με την έκδοση του ιστορικού του βιβλίου, αποσπά και την εκτίμηση των μελετητών της Ιστορίας του τόπου μας, οι οποίοι θα βρουν αρκετό και διαφωτιστικό υλικό για ν’ ανασυνθέσουν την πραγματική εικόνα του κατά την τραγική εκείνη εποχή.


Η μάχη των συμβόλων : Το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την Αρχαία Ολυμπία

Δύο μήνες μετά το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την Ακρόπολη, μια άλλη παρόμοια πράξη ερχόταν να προστεθεί στα πρώτα σκιρτήματα της αντίστασης ενάντια στον κατακτητή. Συγκεκριμένα, την 1η Αυγούστου 1941, Έλληνες πατριώτες κατεβάζουν από την Ιερή Άλτη της Αρχαίας Ολυμπίας τη σβάστικα, γεγονός που αναστάτωσε τους Γερμανούς και τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου. Βρισκόμαστε κιόλας μπροστά στη Μάχη των Συμβόλων, όπως θα υποστηρίξει ο συγγραφέας αυτού του πονήματος, που το πλαισιώνει με άγνωστα ντοκουμέντα της περιόδου.


Μίλτων Ιατρίδης : Ο κυβερνήτης του υποβρυχίου “Παπανικολής”


Χαρακτικά στον πόλεμο του ΄40, στην κατοχή και στην αντίσταση


Το έπος του 1940 : μέσα από τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής

Οι σχολικές εκδηλώσεις, με αφορμή εθνικές επετείους, ασκούν ευεργετική επίδραση στις ψυχές των παιδιών και τα φρονηματίζουν, τόσο κατά την παρουσίασή τους μπροστά στο κοινό, τους γονείς και τους φίλους τους, όσο και κατά την προετοιμασία και την όλη προπαρασκευή τους. Η επιμέλεια και η συλλογή υλικού, που θα έδινε μια άλλη διάσταση στις εθνικές επετείους μας και τις αντίστοιχες σχολικές γιορτές, αποτέλεσε φροντίδα πολλών χρόνων. Για να μην πέσει αυτό το υλικό στην αφάνεια, αποφασίσαμε να το επιμεληθούμε και να το παρουσιάσουμε σε βιβλίο. Αρχίζουμε λοιπόν με το «Έπος του 1940». Θα ακολουθήσει σύντομα «Το Μεγάλο Εικοσιένα». Σ’ αυτό τον τόμο, θα γνωρίσετε μαζί μας πτυχές από την εποποιία του ’40, μέσα από μία ανθολόγηση κειμένων, φωτογραφιών και γελοιογραφιών από τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής, αλλά και ποιημάτων, πεζών και τραγουδιών, που γράφτηκαν τότε ή σε άλλες περιόδους, με αφορμή τα γεγονότα της Κατοχής και άλλες ένδοξες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, αρχαίας ή νεότερης. Οι μαρτυρίες αυτές αποτελούν ένα απάνθισμα από το σύνολο της ελληνικής και ξένης δημιουργίας. Το εύθυμο ή το σοβαρό πνεύμα τους μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής. Οι εκπαιδευτικοί θα έχουν στα χέρια τους πλούσιο υλικό για πολλαπλή χρήση, το οποίο μπορούν να αξιοποιήσουν με τη βοήθεια των διαφόρων εποπτικών μέσων διδασκαλίας. Επίσης, θα βρουν σχέδια για ζωγραφική και χειροτεχνία σχετικά με τη γιορτή, τα οποία τόσο συχνά αναζητούν για τις ανάγκες των σχολικών εκδηλώσεων. Πιστεύουμε ότι το βιβλίο αυτό, όπως και τα άλλα που θα ακολουθήσουν, πρέπει να το αποκτήσει κάθε Έλληνας και Ελληνίδα που ενδιαφέρεται για την ιστορία της πατρίδας μας.


Το έπος του ’40 : λαϊκή εικονογραφία

Οι λαϊκές εικόνες του ’40 στην απόδοση ακολουθούν χωρίς κανένα νεωτερισμό, τη διαμορφωμένη παραδοσιακή τεχνοτροπία των παλαιότερων ελληνικών λαϊκών εικόνων, στην οποία αναγνωρίζονται γνώσεις ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι καλλιτέχνες είχαν την ανάλογη ζωγραφική αγωγή, ήταν επαγγελματίες που μερικοί απ’ αυτούς, όπως π.χ. ο Φ. Αριστεύς και ο Ε. Δούκας, ήταν γνωστοί ζωγράφοι. Η ανάλογη με τις παλαιότερες λαϊκές εικόνες απόδοση των μοτίβων ή και μερικές φορές η αντιγραφή τους, οφείλεται στο ότι μερικοί απ’ αυτούς, όπως γνωρίζουμε για τον Φ. Αριστέα, είχαν και στο παρελθόν ασχοληθεί με τη σύνθεση λαϊκών εικόνων. Όταν το 1940 ξανακλήθηκαν να συνθέσουν θέματα πολεμικά – ηρωικά, επιστράτευσαν, πέρα από το ταλέντο τους, και την επαγγελματική τους εμπειρία πάνω σε ανάλογα θέματα. Εσπευσμένα, στις πρώτες λαϊκές εικόνες που κυκλοφόρησαν, απέδιδαν μόνο πνεύμα ανάλογο με τις παλιότερες, με το οποίο ήσαν εξοικειωμένοι, γιατί οι εικόνες αυτές ήταν πασίγνωστες- μετά λίγο καιρό όμως βλέπουμε να δανείζονται, στις τελευταίες συνθέσεις, και χαρακτηριστικά ή γνωστά μοτίβα που χρησιμοποιήθηκαν σε λιθογραφίες των Βαλκανικών Πολέμων.
Τέλος το γεγονός ότι οι δικές μας πολεμικές λαϊκές εικόνες δεν διαφέρουν σκηνικά, τεχνοτροπικά και ως προς το πνεύμα από τις ανάλογες των άλλων χωρών, δεν θα αποδώσουμε σε μίμηση αλλά μάλλον στο νόμο της πολυγενεσίας κατά τον οποίον όμοιες συνθήκες, προκαλούν όμοια αποτελέσματα.
Η μεγάλη αξία των λαϊκών εικόνων του ’40 όπως και των ελληνικών λαϊκών εικόνων γενικά, έγκειται στο σκεπτικό της προέλευσής τους. Υπήρξαν προϊόντα ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Οι εκδότες ανιχνεύοντας τις διαθέσεις του κοινού, τις παρήγαγαν γνωρίζοντας ότι θα αγοραστούν. Αυτό το κίνητρο, προσανατόλιζε το προϊόν να εκφράζει τη λαϊκή προτίμηση, να επιδιώκει να “πιάνει το σφυγμό” του λαού, ώστε να αγοράζεται απ’ αυτόν. Και εδώ βρίσκεται και η αντίθεσή της με την προπαγανδιστική αφίσα, που παράγεται από το κράτος ή κάποια οργάνωση και αποβλέπει όχι να εκφράσει το κοινό αλλά να κάνει το κοινό να δεχθεί κάποιο μήνυμα.
Σαν προϊόν έκφρασης λοιπόν του κοινού λαϊκού αισθήματος, είναι, μπορούμε να πούμε, η λαϊκή εικόνα ένας διαυγής καθρέπτης των προσανατολισμών του λαού σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Από τη στιγμή όμως που έβγαινε στην κυκλοφορία και μετά, η λαϊκή εικόνα, πέρα απ’ την ικανοποίηση που προσέφερε στο κοινό, το οποίο έβλεπε στο εικονιζόμενο θέμα τον εαυτό του πρωταγωνιστή ή κριτή, ασκούσε παιδευτικό και ενημερωτικό ρόλο, όταν το εικονιζόμενο γεγονός έπαυε να είναι επίκαιρο. 


Εθνική Αντίσταση : 1940-1945

Η Εθνική Αντίσταση 1940 – 1945 του Μανώλη Γλέζου δεν είναι ένα ακόμη βιβλίο για την Εθνική Αντίσταση που έρχεται να προστεθεί στην ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία, αλλά ούτε και ένα επιπλέον βιβλίο που έρχεται να εμπλουτίσει την πολύπλευρη εργογραφία του. Για τον ίδιο είναι ένα έργο ζωής. Για την ιστοριογραφία της πατρίδας μας αποτελεί προσφορά.
Ο Μανώλης Γλέζος μελετά εξονυχιστικά την εξάχρονη ιστορία του τόπου μας 1940 – 1945, την ισάξια με την Εθνική Παλιγγενεσία του 1821, εκφράζοντας εξαιρετική πρωτοτυπία σε απόψεις και θέσεις. Στην μελέτη του παρουσιάζονται και οι τρεις φάσεις της Αντίστασης:
– Το μεγάλο ΟΧΙ και η πάνδημη συμμετοχή του ελληνικού λαού στην απόκρουση των εισβολέων το 1940 – 1941.
– Η συμβολή του ελληνικού λαού στην Μάχη της Κρήτης, όταν το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου κατέρρεε.
– Η ανάληψη του αγώνα Εθνικής Αντίστασης από τον ελληνικό λαό, όταν το εθνικό κράτος είχε καταλυθεί από το κατοχικό κράτος.
Στο βιβλίο του ο Μανώλης Γλέζος, στηριζόμενος στην εξαντλητική αναδίφηση των στοιχείων, καταδεικνύει τον πραγματικό πρωταγωνιστή, που ήταν ο ελληνικός λαός και αποκαθιστά την Αντίσταση ως αυτογενή και λαογέννητη. Οι 349 αντιστασιακές οργανώσεις, που για πρώτη φορά καταγράφονται συνολικά, αποτελούν ένα σημαντικό ιστορικό υλικό, χρήσιμο όχι μόνο στον φιλίστορα αναγνώστη, αλλά και τον ίδιο τον ιστορικό της περιόδου. Ο συγγραφέας καινοτομεί όταν υποστηρίζει τεκμηριωμένα, ότι η ελληνική Εθνική Αντίσταση υπήρξε καθοριστική ως προς την έκβαση του πολέμου διότι εμψύχωσε τους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης, προσφέροντας την πρώτη νίκη κατά του φασισμού, καταρρίπτοντας τον μύθο για το αήττητο του Άξονα. Για επτά μήνες, ο ελληνικός λαός καθήλωσε δεκατρείς γερμανικές μεραρχίες στην Ελλάδα και τις στέρησε από τα μέτωπα των συρράξεων με τους Συμμάχους.
Η μελέτη του εκτείνεται σε διάφορα ανέγγιχτα μέχρι τώρα πεδία συζητήσεων, προβληματίζοντας με τις καινοφανείς και πολύμορφες ιδέες της, όπως λ.χ. για ποιο λόγο οι Ιταλοί αντιστάθηκαν στους Γερμανούς όταν έγινε η συνθηκολόγηση μόνο στα Ιόνια Νησιά, στα Δωδεκάνησα, στις Κυκλάδες και στη Θεσσαλία ή γιατί οι Σύμμαχοι δεν κράτησαν τα Δωδεκάνησα και τη Σάμο ενώ μπορούσαν εκείνη την περίοδο, εκδιώχθηκαν ή έφυγαν οι Γερμανοί από την Ελλάδα;
Ο αναγνώστης που θα ενσκήψει στο βιβλίο αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει ότι δεν έχει να κάνει με ένα συνηθισμένο βιβλίο για εκείνη την περίοδο, όπου εξιστορούνται γεγονότα και δίνονται, δίκην συνταγής, απαντήσεις στα ερωτήματα. Αντιθέτως, έχει να κάνει με μία έρευνα που θα τον θέσει σε εγρήγορση, οξύνοντας όχι μόνο τα κριτήριά του για μιαν ουσιαστική κατανόηση του παρελθόντος, αλλά και θέτοντάς του νέα ερωτηματικά που ανοίγουν τον δρόμο στην παραπέρα έρευνα για την εξαγωγή των αναγκαίων και για το σήμερα συμπερασμάτων.
Όμως, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο περιεχόμενο. Είναι -ταυτόχρονα- λόγος και μορφή. Στην περίπτωσή μας, η ιστορική παράμετρος δένει οργανικά με την λογοτεχνική. Ο Μανώλης Γλέζος δίνει στην μείζονα αυτή εργασία του τον καλύτερό του εαυτό και παραδίδει ένα έργο που αποδεικνύεται εξίσου σημαντικό ιστοριογραφικό εργαλείο, όσο και συναρπαστικό αφήγημα.


Ντοκουμέντα κατοχής της γερμανικής προπαγάνδας


Στην Ελλάδα του Χίτλερ

Η εισβολή του γερμανικού στρατού το 1941 έφερε στην Ελλάδα τη χιτλερική Νέα Τάξη, έναν κόσμο ερειπωμένων οικισμών, λιμοκτονούντων πληθυσμών και απόλυτων, κατακλυσμιαίων οραμάτων. Συγκεντρώνοντας πλούσιες μαρτυρίες από πρώτο χέρι και αντλώντας από ανέγγιχτες ώς τώρα αρχειακές πηγές, ο Μαρκ Μαζάουερ περιγράφει τη διακυβέρνηση και την οικονομική αφαίμαξη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, την κατάρρευση μιας ολόκληρης κοινωνίας μέσα στον τρόμο και την πείνα και την αναβάπτισή της στους θεσμούς και τις πρακτικές της μαζικής αντίστασης.
Η καθημερινή ζωή κάτω από τον ξένο ζυγό καθώς κι εκείνη του αντάρτικου στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας παρουσιάζονται μέσα στις πρωτόγνωρες υλικές και ψυχολογικές συνθήκες του ολοκληρωτικού πολέμου: άμαχοι πολίτες και χωρικοί στο στόχαστρο εκκαθριστικών επιχειρήσεων, Εβραίοι στο δρόμο για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αγωνιστές της Αντίστασης, ταγματασφαλίτες, μαυραγορίτες και δωσίλογοι είναι τα πρόσωπα χάρη στα οποία η ζωντανή αφήγηση ανασυνθέτει την ταραγμένη και αντιφατική εμπειρία της Κατοχής. Όμως ο πόλεμος εξετάζεται επίσης από τη σκοπιά του κατακτητή: λόγια και έργα απλών φαντάρων ή αξιωματικών της Βέρμαχτ και των SS (όπως του νεαρού Κουρτ Βαλντχάιμ, που οι δραστηριότητές του στην κατοχική Ελλάδα έδωσαν το έναυσμα γι’ αυτή τη μελέτη) φανερώνουν τις πεποιθήσεις και τις αξίες που στήριξαν τη ναζιστική πολιτική της βίας, της τρομοκρατίας και της Τελικής Λύσης.
Πλούσια εικονογραφημένο με φωτογραφίες από γερμανικές, βρετανικές και ελληνικές πηγές, το βιβλίο προσφέρει μια αποκαλυπτική και συχνά συγκινητική θεώρηση της μεγαλύτερης ελληνικής τραγωδίας του αιώνα: αυτής που έκλεισε μια μέρα με τους πανηγυρισμούς της Απελευθέρωσης για να ξανανοίξει την επομένη μέσα στα πυρά του Εμφυλίου Πολέμου. 


Κορόιδο Μουσολίνι

“Με το χαμόγελο στα χείλη” ξεκίνησαν για το μέτωπο οι φαντάροι μας το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940. Ένα χαμόγελο που φανέρωνε την απόφασή τους για νίκη και για θάνατο, ένα χαμόγελο που συνοδευόταν από τραγούδια-παιάνες, τραγούδια που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια νέα σύγχρονη απόδοση, του παμπάλαιου αλλά πάντα ολοζώντανου εκείνου “Παίδες Ελλήνων ίτε”.
Αυτό το χαμόγελο-τραγούδι-παιάνας όμως δεν ήταν κάτι που χαρακτήριζε μόνο τους πολεμιστές μας, αλλά κάτι που υπήρχε και στην έκφραση όλου του ελληνικού λαού: στρατευμένων, αστράτευτων μα και αμάχων. Κι όταν οι νίκες άρχισαν να έρχονται η μία ύστερα από την άλλη, τότε το χαμόγελο έγινε κέφι, γλέντι τρελό, ειρωνεία καυτή, σάτιρα που ξευτελίζει, που “τσακίζει κόκκαλα”. Τα κόκκαλα, στην περίπτωση αυτή, του μεγάλου και δυνατού που με ύπουλο τρόπο χτύπησε τον μικρότερό του και θέλησε “να του κάνει τον παλληκαρά”. Κάτι δηλαδή που κανένας Έλληνας δεν ανέχτηκε ποτέ του. Κι έτσι ανέκδοτα, γελοιογραφίες, ευθυμογραφήματα, σατιρικές εκδόσεις, θεατρικές επιθεωρήσεις, διαδηλώσεις ενθουσιασμού, εύθυμα και σατιρικά τραγούδια και κοροϊδίες γέμιζαν καθημερινά την ατμόσφαιρα των πόλεων, των χωριών και του μετώπου, κατά το δοξασμένο εκείνο εξάμηνο της ελληνικής νίκης, της νίκης που άφησε κατάπληκτη ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Το έπος του ’40

Οι περιπέτειες του έπους του 1940 με χαριτωμένα και απλά στιχάκια, από τον Φίλιππο Μανδηλαρά, για να εντυπώνονται εύκολα στη μνήμη των παιδιών:
Στης Αλβανίας τα βουνά πολέμησε με ανδρεία,
σ’ όλους απέδειξε της ψυχής του την αξία.
Για την πατρίδα του ήξερε πως πολεμούσε,
ενάντια σ’ έναν εχθρό που αγέρωχα κοιτούσε.


Η κλέφτρα των βιβλίων

Όταν η νεαρή Λίζελ φτάνει στο σπίτι των θετών γονιών της, έχοντας χάσει την οικογένειά της, το μόνο που κρατάει στα χέρια της είναι το κλεμμένο εγχειρίδιο ενός νεκροθάφτη, το οποίο δεν μπορεί καν να διαβάσει, αφού δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Αυτή θα είναι και η αρχή της καριέρας της ως… κλέφτρας.
Η Λίζελ αρχίζει να κλέβει βιβλία που πετάνε οι ναζί στη φωτιά για να τα κάψουν, βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου, βιβλία που τη συντροφεύουν στις περιπέτειές της παρέα με το φίλο της, Ρούντι, στους δρόμους της πόλης, βιβλία που θα γεμίσουν τις ώρες του άλλου φίλου της, του κυνηγημένου Μαξ.
Κι ενώ οι βόμβες των συμμάχων πέφτουν συνεχώς και οι σειρήνες ουρλιάζουν, η Λίζελ μοιράζεται τα βιβλία της με τους γείτονές της στα καταφύγια και βρίσκει σ’ αυτά παρηγοριά. Μέχρι που κάποια μέρα η σειρήνα θα αργήσει να σφυρίξει…
Μια αξέχαστη ιστορία για τη δύναμη της ανθρωπιάς, για τις ανατροπές της ζωής, αλλά και για την αστείρευτη γοητεία των βιβλίων!


Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις την ιστορία αυτού του βιβλίου. Συνήθως στο οπισθόφυλλο δίνουμε κάποια στοιχεία για την πλοκή, στην περίπτωσή μας όμως πιστεύουμε πως αυτό θα χαλάσει τις εκπλήξεις που κρύβονται στο κείμενο – και είναι πολλές. Πιστεύουμε πως είναι σημαντικό να αρχίσεις να το διαβάζεις χωρίς να ξέρεις ποιο είναι το θέμα του.
Αν πάντως αρχίσεις να το διαβάζεις, θα πας μια μεγάλη βόλτα μ’ ένα αγόρι που λέγεται Μπρούνο. Και αργά ή γρήγορα θα βρεθείς, μαζί με τον Μπρούνο, μπροστά σε ένα συρματόπλεγμα και θα γνωρίσεις ένα αγόρι που ζει από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος.
Συρματοπλέγματα σαν αυτό υπάρχουν σε όλα σχεδόν τα μέρη του κόσμου. Ευχόμαστε όμως ποτέ στη ζωή σου να μη βρεθείς μπροστά σε κάποιο από αυτά. 


Η μωβ ομπρέλα

Η Ελευθερία, ένα δεκάχρονο κορίτσι, ζει με τους γονείς της και τα δίδυμα μικρότερα αδέρφια της στο Μαρούσι. Τότε, το τελευταίο καλοκαίρι πριν από τον πόλεμο του 1940. Λιγοστά τα παιχνίδια τους: βόλοι, σβούρες, σκοινάκι, γιο-γιο, κι ένα ζευγάρι πατίνια με καρουλάκια που τους τα δάνειζε το ξένο παιδί από τη Γαλλία, που ήρθε να μείνει στο πάνω πάτωμα του σπιτιού τους, κι έγινε ο αχώριστος φίλος τους. Παίζουν όλοι μαζί και σκαρώνουν με τη φαντασία τους χίλιες δυο ιστορίες που μαγεύουν και τους ίδιους. Και πόσα άλλα δε θα έκαναν και δε θα ονειρεύονταν αν δεν τους εμπόδιζαν οι μεγάλοι! Οι μεγάλοι και τα παιδιά. Δυο κόσμοι μακρινοί, σχεδόν απλησίαστοι. Με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους αλήθειες ο καθένας. Πώς, λοιπόν, να καταλάβουν οι μεγάλοι ότι μια μωβ ομπρέλα μπορεί να κάνει τη φαντασία των παιδιών να καλπάζει αχαλίνωτη; 


Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου

27 Οκτωβρίου 1940: θα τη θυμάται αυτή τη μέρα ο Πέτρος γιατί πέθανε το τριζόνι του.
Θα τη θυμάται γιατί την επομένη ακούει τη φωνή της μητέρας του να λέει: “Σήκω… έγινε πόλεμος. δεν ακούς τις σειρήνες;”
Όταν οι Ιταλοί έφτασαν στο κατώφλι της Ελλάδας, ο Πέτρος ήταν εννιά χρονών, είχε μια χελώνα για κατοικίδιο, αγαπούσε με πάθος τις αμερικάνικες ταινίες και γνώριζε τον πόλεμο μόνο μέσα από τα βιβλία. Τώρα όμως τον βιώνει κάθε μέρα, μαζί με τους γονείς του, τον παππού του και τη μεγαλύτερη αδελφή του, την Αντιγόνη, αρχίζοντας έναν μεγάλο περίπατο – μια βόλτα στην Αθήνα της Κατοχής, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της πείνας, των συσσιτίων, του φόβου, των διωγμών.


Πολύ ωραίο τ’ όνομά σου Ελευθερία!

Δύο νουβέλες. Στην πρώτη, σε μια συνοικία της Αθήνας, στην Κατοχή, δύο βασανισμένα Ελληνόπουλα ανακαλύπτουν την Γκρέτα, μια Γερμανιδούλα που έχει περίπου τους ίδιους λόγους να υποφέρει από τους συμπατριώτες της. Κι η Γκρέτα ανακαλύπτει στα Ελληνόπουλα τους απροσδόκητους φίλους, σ’ ένα εχθρικό έδαφος όπου φουντώνει η Αντίσταση.
Στη δεύτερη νουβέλα, ο Κωστάρας, ένα παιδί κακότυχο αλλά ζωντανό, είναι το ατίθασο πνεύμα της ελευθερίας -ίδιος με το άλογο που λατρεύει και τον λατρεύει. Μέσα σ’ έναν σύγχρονο κόσμο γεμάτο συμβατικότητες, οι δύο φίλοι αγωνίζονται να μη χάσουν αυτό που αγαπούν πάνω απ’ όλα: την ελευθερία.


Ξανθίππου 5

Η Αννούλα γεννήθηκε το 1930. Ζει με τους γονείς και τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια της στη Δεξαμενή, μια συνοικία στο κέντρο της Αθήνας. Στο σπίτι τους δεν έχουν τηλέφωνο, ραδιόφωνο, ηλεκτρικό ψυγείο, τηλεόραση. . . Μαγειρεύουν με φωταέριο, βάζουν τα τρόφιμά τους στο «φανάρι», που κρέμεται σαν κλουβί από το ταβάνι της κουζίνας, κι η μαμά πλένει τα ρούχα στη σκάφη. Όχι και πολύ άνετη ζωή, θα μου πείτε. Όμως η γειτονιά είναι ήσυχη. Μονοκατοικίες με κήπους και το πολύ τριώροφα σπίτια. Η Αννούλα γνωρίζει σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και παίζει μαζί τους άφοβα στο δρόμο, γιατί δεν περνούν αυτοκίνητα. Ο ουρανός της Αθήνας είναι καθαρός – ούτε νέφος ούτε θόρυβοι. Μια άλλη εποχή. Καλύτερη ή χειρότερη; Εγώ δεν μπορώ ν’ αποφασίσω. Περιμένω ν’ ακούσω τη δική σας γνώμη.


Ξυπόλητοι ήρωες

Ο Τάκης, η Σταυρούλα, η Αλέγρα, ο Πέπο, ο Άρης, η Ελένη, ο Έκτορας, η Αγγελική και η Λούνα ζουν στη Θεσσαλονίκη τα σκοτεινά χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Μέσα σε μια πόλη που η μπότα των Γερμανών προσπαθεί να ταπεινώσει απ’ άκρη σ’ άκρη, αγωνίζονται να επιβιώσουν και ταυτόχρονα να αντισταθούν στον ναζισμό. Ζουν εμπειρίες που τους καθορίζουν και πολλές φορές δίνουν μάχη για να ξεφύγουν από τον θάνατο που τους κυκλώνει. Και μέσα στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ξετυλίγονται απεγνωσμένοι έρωτες, αδερφικές φιλίες, πράξεις αυταπάρνησης, επιστροφές από χρωστούμενα του παρελθόντος. Και κάποτε είναι τα ζάρια της τύχης που αποφασίζουν για τον θάνατο και τη ζωή.
Οι Ξυπόλυτοι ήρωες είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την Κατοχή και την Αντίσταση, για το ξυπόλυτο τάγμα και το ξεκλήρισμα των Εβραίων της πόλης. Οι Ξυπόλυτοι ήρωες είναι πάνω από όλα η ιστορία των απλών, καθημερινών ανθρώπων της που απέκτησαν το ανάστημα όσων γράφουν την ιστορία με τις ίδιες τους τις πράξεις.


Κόκκινη κλωστή δεμένη…

«… Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας…»
τραγουδούσαν τους στίχους του Παλαμά τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα. Ιστορίες από τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης: μας μιλάνε για την πεινασμένη Ζωή ( την ηρωίδα του “Όταν ο ήλιος…”), που έτρωγε το φαγητό του σκύλου, για τον Αθηνόδωρο, το κουνέλι της, που δεν τον άφηνε να πεινάσει, για τα παιδιά της Αθήνας που αγωνίστηκαν για τη Λευτεριά…


Όταν ο ήλιος…

Η Ελλάδα μετά το θρίαμβο του Σαράντα, στην Κατοχή. Μια σκοτεινή εποχή για την ελληνική ιστορία. Μια τυραννική ζωή για τους Έλληνες που δέχτηκαν άδικα να ζήσουν κατά τις προσταγές του κατακτητή. Ο καθένας πασχίζει να βρει έναν τρόπο να επιβιώσει. Θα καταφύγει σε όλα τα μέσα, αλλά δε θα ξεχάσει ποτέ την ελευθερία του. Θα συνεχίσει να πολεμάει γι’ αυτήν. Και μέσα σ’ αυτή τη φρίκη τα παιδιά. Η Ζωή, η ηρωδιάδα άγνωστη, γνωστή από το βιβλίο αυτό, θα προσπαθήσει να καταλάβει. Θα μεγαλώσει στη φρίκη της πείνας, θα ελπίσει όταν οι μεγάλοι θα πάρουν τα όπλα να αποτινάξουν το ζυγό, θα κλάψει, θα θελήσει -παιδί δεν ήταν;- να χαρεί. Γύρω της, ένας κόσμος παράξενος, σκληρός, ανάλγητος, που τρέχει να γλιτώσει, που τρέχει να βρει ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό συχνά μόνο στα σκουπίδια, οι εκτελέσεις, η αισιοδοξία πως όλα θα τελειώσουν. Τα μάτια της θα δουν πολλά. Θα ακούσει περισσότερα. Θα υποφέρει. Θα γνωρίσει την ελπίδα. Θα ζήσει μ’ αυτήν ώσπου να έρθει το τέλος του Κακού. Και ήρθε. Και έγινε το ξέφρενο πανηγύρι της απελευθέρωσης. Η θεά της Αθήνας, η Αθηνά, κατέβηκε κι αυτή στους δρόμους να γιορτάσει με όλο τον κόσμο. Η Ζωή είναι είκοσι χρονών! Ένας νέος κόσμος την περιβάλλει. Μια νέα ζωή την περιμένει…


Το διπλό ταξίδι

Μια άγνωστη σελίδα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, που διαδραματίζεται στη Σάμο και στην Παλαιστίνη, δίνεται με δύναμη και ρεαλισμό μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ένας ανελέητος βομβαρδισμός ξεθεμελιώνει το νησί και αναγκάζει μια οικογένεια να πάρει το δρόμο για την Παλαιστίνη…
Σαράντα χρόνια αργότερα, η ηρωίδα εκείνης της σκληρής δοκιμασίας, μεγάλη πια, θα ξαναβρεθεί στα ίδια μέρη, θα ξαναζήσει το δράμα της προσφυγιάς ενός άλλου λαού, και το παρελθόν θα δέσει με το παρόν σε τούτο το «διπλό ταξίδι»… 


Τα γκρίζα χρόνια

Η δεκάχρονη Αννούλα, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο στις 24 Οκτωβρίου του 1940, την ημέρα των γενεθλίων της. Τέσσερις μέρες αργότερα κηρύσσεται ο πόλεμος. Συνέχισε να κρατά το ημερολόγιο κατά τους μήνες του πολέμου και τα χρόνια της Κατοχής. Διαβάζοντάς το, θα ζήσετε κι εσείς τον ενθουσιασμό και τη «συμμετοχή» της στον πόλεμο της Αλβανίας, καθώς και την αγωνία της για την εισβολή των Γερμανών. Θα νιώσετε μαζί της την πείνα και το κρύο του πρώτου χειμώνα της Κατοχής. Θα αισθανθείτε περήφανοι για την αντίσταση των Ελλήνων κατά των κατακτητών. Και μετά από τα βάσανα, τις στερήσεις και τη σκλαβιά, θα πανηγυρίσετε κι εσείς για την απελευθέρωση της πατρίδας σας.


Οχτώ λίτρες πατάτες

Η αληθινή ιστορία τριών φίλων, που στα σκοτάδια και τη φρίκη του πολέμου και της κατοχής, ψάχνουν για το φως και την αλήθεια. Η ιστορία γράφεται στο πιο όμορφο νησί από τα Επτάνησα.


Ο τορπιλλισμός της ‘Έλλης και το έπος του 1940-41

Στην παρούσα μελέτη αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, που προέκυψαν από την καταβύθιση του ευδρόμου “Έλλη” κατά την 15η Αυγούστου 1940.
Ενδεικτικώς σημειώνουμε εδώ μερικά από τα προβλήματα αυτά:

  • Πώς αποφασίσθηκε η εκπροσώπηση του Έθνους στην Τήνο, από το εύδρομο “Έλλη”;
  • Ιταλικό αεροπλάνο κατασκόπευσε την “Έλλη” προ του τορπιλλισμού;
  • Τρεις τορπίλλες εξετόξευσε το ξένο υποβρύχιο. Ποία έπληξε την “Έλλη”; Ποίος ήταν ο στόχος των δύο άλλων τορπιλλών;
  • Ποίοι ακριβώς είναι οι απολεσθέντες του πολεμικού σκάφους;
  • Είχαν κατακλυσθή τα πυρομαχικά της “Έλλης”;
  • Παρηκολούθησε τον τορπιλλισμό γερμανός Αξιωματικός, που ευρέθηκε στην Τήνο για άλλο σκοπό;
  • Η Ελλάς διεπίστωσεν αμέσως ποίος ήταν ο δράστης. Γιατί δεν απεκάλυψε αυτόν εξ αρχής;
  • Γιατί η Ιταλία κατεβύθισε την “Έλλη”;
  • Πώς απεκαλύφθησαν τα ονόματα του υποβρυχίου-δράστου, και του Κυβερνήτου αυτού;
  • Ποίος έδωσε την εντολήν του τορπιλλισμού;
  • Στην επιχείρηση κατά της “Έλλης” έλαβε μέρος και δεύτερο υποβρύχιο;
  • Διατυπώθηκε η άποψη ότι η καταβύθιση της “Έλλης” απετέλεσε και την αρχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου;
  • Μήπως τις ημέρες του τορπιλλισμού, επρόκειτο η Ιταλία να κηρύξη τον πόλεμο κατά της Ελλάδος;
  • Υπάρχουν αδιαμφισβήτητα ιστορικά ντοκουμέντα, από τα οποία να συνάγεται η ουσιαστική σύνδεση του τορπιλλισμού της “Έλλης” με τον νικηφόρο αγώνα του 1940-41;
  • Ανελκύσθηκε η “Έλλη” από τον υγρό της τάφο; 

28η Οκτωβρίου 1940 : ο πρώτος εορτασμός στα χρόνια της Κατοχής


Εις μνήμην 1940-1944


Ελλάδα 1936-1944 : δικτατορία-κατοχή-αντίσταση


Η Αθήνα του ’40 και της κατοχής

Με το νέο βιβλίο του Γιάννη Καιροφύλα, που έχει τον τίτλο «Η Αθήνα του ’40 και της κατοχής», συμπληρώνεται μια «τριλογία» του συγγραφέα για την Αθήνα. Τα άλλα δύο βιβλία του, με τους τίτλους «Η Αθήνα της Μπελ Επόκ» και «Η Αθήνα του Μεσοπολέμου», παρουσιάστηκαν στη σειρά των εκδόσεων «Δοκίμιο – Ιστορία» το 1983 και 1984 αντίστοιχα. (…)
Από το 1949, που κηρύχθηκε ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος, μέχρι το 1944, που απελευθερώθηκε η χώρα, αφού γνώρισε την πιο σκοτεινή κατοχή, η Αθήνα έζησε έντονα τις μεγάλες νίκες του στρατού, το Αλβανικό, την τραγική υποχώρηση, το δράμα της πείνας και την ηρωική αντίσταση του λαού κατά των κατακτητών. Ολόκληρη αυτή η περίοδος, που είναι ακόμη αρκετά νωπή, περιγράφεται μέρα με τη μέρα στις σελίδες του νέου βιβλίου και ζωντανεύει με την παράθεση συγκλονιστικών γεγονότων, που σίγουρα δεν έσβησαν ακόμη από τη μνήμη των Αθηναίων. 


Από το Ημερολόγιο ενός παιδιού της Κατοχής

Πάτρα, Μάης 1941. Η εκλεκτή Μεραρχία του Χίτλερ, ανεμίζοντας τη νεκροκεφαλή, “κυριεύει” την Αχαΐα. Μια μαθήτρια της 4ης γυμνασίου, που “δεν πιστεύει τα ματάκια της” πιάνει και ρίχνει στο χαρτί τα όσα τη συγκλονίζουν: αγωνία και πείνα στην Πάτρα του ’41, τρόμος, μαυραγορίτες, αδιέξοδο – κι η ψυχή των παιδιών, μια με το δάκρυ, μια με το περιγέλιο, να αναμετριέται κάθε στιγμή με τον τύραννο. Πρώτη χρονιά της Κατοχής, πρώτη αντίσταση των παιδιών της επαρχίας. Αυτό είναι το Ημερολόγιο-μαρτυρία της Μαρίας Μανωλάκου που μεταδόθηκε από την ΕΡΤ-1 στην εκπομπή “Γνωστά και άγνωστα κείμενα της Πεζογραφίας μας”.


Ιστορίες της κατοχής


Αυτό το παιδί πέθανε αύριο

Ένα ημερολόγιο κατοχής… Μια εκ βαθέων κραυγή… Η εξομολόγηση ενός παιδιού που πίστευε στο “Μικρό Πρίγκηπα” και μιλούσε μαζί του… Ως τη στιγμή που τον πατέρα του και τους δικούς του τους οδήγησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκεί που οι άνθρωποι γίνονται απρόσωποι αριθμοί στους θαλάμους αερίων… Λοιπόν, ένα ημερολόγιο… Κι ο “θάνατος” ενός παιδιού που κρύβονταν με τ’ αδέλφια του σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο στα Εξάρχεια… Ο Πόλεμος, η Κατοχή, η Απελευθέρωση μέσα από τα μάτια του παιδιού “που πέθανε αύριο”. Το τελευταίο παραμύθι μιας χαμένης εφηβείας που τη σφράγισε ανεξίτηλα ο Πόλεμος… Δεν άλλαξα ούτε γραμμή. Πώς θα το μπορούσα; Ήταν σα να σκότωνα ένα παιδί: εκείνι το αδύνατο κυνηγημένο παιδί που πεινούσε και φοβόταν… Όμως δεν έκλαιγε. Αυτές οι σημειώσεις γράφτηκαν από το Μάρτη ως τον Οκτώβρη του 1944. Και τις παρουσιάζω σαν την τελευταία μαρτυρία ενός παιδιού που πέθανε αύριο…


Φύλλα Ημερολογίου

Μέσα στα χαρτιά του Ασημάκη Πανσέληνου βρέθηκε το χειρόγραφο αυτό που σήμερα έρχεται στη δημοσιότητα. Είναι ένα ημερολογιακό κείμενο που δεν προοριζόταν να εκδοθεί και ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της εποχής. Γραμμένο μέρα με τη μέρα, κάτω από την πίεση και την αγωνία των γεγονότων, αποτελεί μια προσπάθεια να βάλει ο συγγραφέας σε κάποια τάξη και προοπτική τα πρωτόγνωρα και φοβερά βιώματα ενός πολέμου και μιας κατοχής. Ένα τέτοιο ημερολόγιο, γραμμένο εν θερμώ, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τον σύγχρονο αναγνώστη. Δείχνει κατ’ αρχήν την πραγματικότητα αμεταμφίεστη από την κατοπινή γνώση γύρω από το τι είχε και τι δεν είχε αληθινή βαρύτητα και σημασία. Δείχνει επίσης την ψυχολογική κατάσταση και τους προβληματισμούς μιας μερίδας, τουλάχιστον, αριστερών στα κρίσιμα εκείνα πρώτα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.


28 Οκτωβρίου 1940 : Η Ελλάδα στο χαράκωμα της ελευθερίας


Το έπος του 1940


Ανατομία του έπους 1940-1941

Τα μεταγωγικά φέρνουν τώρα καθημερινά εκτός από τρόφιμα και σαπούνι, αρβύλες, ιματισμό κουβέρτες και πλήθος άλλα είδη χρήσιμα, την ύπαρξη των οποίων είχαν ξεχάσει οι μαχητές. Με την περιποίηση του εαυτού τους καταγίνονται οι πάντες. Από την πρώτη κιόλας μέρα. Κουρεύονται, ξυρίζονται, βράζουν νερό και σαπουνίζουν το κεφάλι, το πρόσωπο και άλλα μέρη. Οι τολμηρότεροι προμηθεύονται άγνωστο πώς κάποιο τενεκέ ή άλλο δοχείο, αποσύρονται σε κάποια ρεματιά και σαπουνίζουν όλο το κορμί τους, κάνοντας χειμωνιάτικα υπαίθριο μπάνιο, με μόνη θέρμανση τις ηλιακές ακτίνες. Μπουγάδα βάζουν όλοι. Στρατιώτες και αξιωματικοί. Πλένουν τα εσώρουχά τους. Μπαλώνουν τα τρύπια, με βελόνες και κλωστές, που αρχίζουν να εμφανίζονται. Εκεί με την στασιμότητα βρίσκουν τους πολεμιστές του Κεντρικού Μετώπου και τα δέματα, που άρχισαν να στέλνονται από τα μετόπισθεν πριν απ’ τον χειμώνα. Κι εκεί, οι πολεμιστές αυτοί, μαθαίνουν για τις φροντίδες των γυναικών και των κοριτσιών της Ελλάδος να ετοιμάζουν μάλλινα. Και δοκιμάζουν αγαλλίαση και υπέρτατη ικανοποίηση. Κάθε μάλλινο που φορούν, πλεγμένο από κάποια άγνωστη, είναι σαν χάδι από χέρι δικής τους ύπαρξης, που αν και βρίσκεται πέρα, μακριά, εν τούτοις είναι ωσάν να παραστέκει εκεί, αόρατη και αυλή. Ποτέ τα Ελληνόπουλα δεν ένιωσαν τόσο κοντά τις Ελληνίδες […]
Με το σταμάτημα του Κεντρικού Μετώπου, φτάνουν και στις πρώτες γραμμές του εφημερίδες και περιοδικά. Από αυτά μαθαίνουν οι πολεμιστές για τον ενθουσιασμό στα μετόπισθεν για τον θαυμασμό της ανθρωπότητας και για το “ήρωες” που ανεβάζουν και κατεβάζουν τους πολεμιστές. Και γελούν. Ήρωες αυτοί; Ούτε που το φαντάστηκαν ποτέ. Εκείνο που ξέρουν είναι ότι γλύτωσαν σαν από θαύμα αμέτρητες φορές σε μάχες. Πέρασαν κακουχίες, που ούτε καν μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα τις άντεχαν. Υπόφεραν καρτερικά τα πάνδεινα και πολεμούσαν. Πολεμούσαν συνέχεια, ζώντας όσα είχαν ακουστά για πόλεμο από τα σχολεία τους κι από τους πατέρες τους. Και να που τώρα κάνουν κι αυτοί έναν πόλεμο. Πόλεμο δικό τους. Της γενιάς τους. Εκείνο, όμως, το “ήρωες” το βρίσκουν κάπως αστείο και αλληλοκοροϊδεύονται. Τα πειραχτήρια, που δεν λείπουν από κανένα τμήμα, πετούν σε κατάλληλη ευκαιρία “ρε για δες κάτι ήρωες!”.


Η δόξα του 40

Είναι η ώρα για μια εξομολόγηση της γενεάς μας. Είχαμε βάλει ένα ερωτηματικό – ένα μεγάλο ερωτηματικό, μάλιστα – για τη νέα γενεά, την κατοπινή μας. Ήταν ένα ερωτηματικό γεμάτο ανησυχίες, σιωπηλές μέριμνες, φόβους. Ευκαιρία δε χάναμε – και πρώτος εγώ – που να μην υπογραμμίσουμε το τρομερό ερωτηματικό: Τι θα την έκαναν την Ελλάδα; Εμείς την είχαμε παραλάβει μικρή, με τον καυμό και την κηλίδα του 97. Χωρίς Μακεδονία, χωρίς Ήπειρο, χωρίς Κρήτη – είχαμε παραλάβει την Ελλάδα της Μελούνας και της ανυποληψίας: Την Ελλάδα του περίφημου “δίσκου της επαιτείας”. Και με στερήσεις, με θυσίες, με αγώνες, με το αίμα μας και με το χρήμα μας, με προσπάθειες ηρωικές, ξεπλύναμε την παλιά ντροπή, τη μεγαλώσαμε, ανεμίσαμε τις σημαίες της, δοξασμένες και νικηφόρες, ως τ’ ακρότατα όρια των εθνικών ονείρων, ερίξαμε τον κύβο στο δραματικό παιγνίδι του πρώτου μεγάλου πολέμου, βαδίσαμε τους ιστορικούς δρόμους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη βάλαμε να παρακαθίσει, ισότιμη με τα ισχυρότερα κράτη, στο τραπέζι των διεθνών διασκέψεων, είχαμε, τέλος, ολοκληρώσει κάτι που ονειρεύτηκαν τρεις ολόκληρες γενεές, πριν από μας.


Η ελληνική εποποιΐα 1940-1941

«Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια, όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική. Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη να αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμιξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940-41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας. Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία, που όλοι τη λένε “το Έπος”, έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθαν να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά, κλείστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί. Όχι πως δεν υπάρχουν ιστορίες του ελληνοϊταλικού πολέμου: υπάρχουν, και αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις, προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα διπλωματικά, και που διαβάζεται άνετα. Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία τη συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ’ αποχωρίζει: μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ’ αποκαταστήσεις ακόμη κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν -όπως και όσο νιώθει κανένας το παρόν-, ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του χρόνου».


Ιστορία του ελληνικού έπους εις την αιματοβαμμένην γην της Βορείου Ηπείρου


Το έπος του 1940-41 : ιστορικό ανθολόγιο

Για να γνωρίσουμε την ιστορία μας μέσα από τα ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα εκατοντάδων συγγραφέων.
Ανθολογούνται περισσότεροι από τριακόσιοι Νεοέλληνες λογοτέχνες και ιστορικοί με κείμενά τους που αναφέρονται στα εθνικά μας θέματα και τις εθνικές επετείους. Χρήσιμο και για δημόσιες ομιλίες, λόγους, συζητήσεις, εισηγήσεις κτλ.


Επιμέλεια ανάρτησης:
Αντωνόπουλος Χαράλαμπος, εκπαιδευτικός MSc

Βιβλιογραφική έρευνα:
Τάκης Κοντούλης, φοιτητής τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ
Βάσια Τσακριλή, φοιτήτρια τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ