Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους.

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/140
© SanSimera.gr


Κάντε κλικ σε κάθε εικόνα για να δείτε λεπτομέρειες του βιβλίου.

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου ( Κωνσταντίνος Φωτιάδης)

Θα αποδοθεί δικαιοσύνη ή θα συνεχίσει η ανθρωπότητα να κάνει λάθη;
Ο καθηγητής κ. Φωτιάδης με παρακάλεσε, ως τούρκο υποστηρικτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να προλογίσω την 14τομη τεκμηρίωση, η οποία αποδεικνύει λεπτομερώς τη γενοκτονία των Ελληνοποντίων. Δεν μου είναι εύκολο να ανταποκριθώ δίκαια σε αυτή την πρόκληση. Διότι τη χώρα εκείνη την οποία οι κυρίαρχοι μετέτρεψαν σε λαϊκό νεκροταφείο και της έδωσαν το όνομα “τουρκική” πατρίδα, η ανθρωπότητα και η ανθρωπιά την απαρνήθηκαν εδώ και 100 χρόνια.
Στην καταστροφή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο “πολιτισμένος κόσμος” αγνόησε τις κραυγές βοήθειας των Ποντίων, όπως δεν έλαβε υπόψη του και αυτές των Αρμενίων και των Αραμαίων-Ασσυρίων. Γι’ αυτό και τους εκτέλεσαν μαζικώς και τους εκδίωξαν απ’ την ιστορική τους πατρίδα. Γι’ αυτό έως σήμερα είναι αναγκασμένοι να υφίστανται τις συνέπειες των ματωμένων πληγών τους. Γι’ αυτό οι επιζώντες του ατιμασμένου και βασανισμένου αυτού λαού πρέπει να σιωπούν στην “τουρκική” πατρίδα. Ούτε καν τους νεκρούς τους δεν μπορούν να πενθήσουν. Και οι εξόριστοι πρέπει να βασανίζουν τη συνείδησή τους με το ψυχικό τραύμα και τη νοσταλγία της χαμένης πατρίδας.
Αφού η τουρκική κοινωνία ανέχτηκε όλα αυτά, και τα ανέχεται ως σήμερα ακόμα, η οργανωμένη βία στράφηκε εναντίον της. Τώρα βασανίζονται και ατιμάζονται, κακοποιούνται και εκτελούνται με κτηνώδεις μεθόδους οι καλύτεροι νέοι και οι καλύτερες νέες του τουρκικού λαού.
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι φωνές των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατών μετατράπηκαν σε φωνές των βασανισμένων και ατιμασμένων λαών. Απαιτούν επίσης δικαιοσύνη. Υποκλίνονται γεμάτοι σεβασμό μπροστά στα θύματα του ελληνικού λαού και ζητούν την αναγνώριση της γενοκτονίας του ελληνοπόντιου ή, καλύτερα, του ελληνικού λαού.
Υπέρ της αναγνώρισης των μέχρι σήμερα ανομολόγητων γενοκτονιών!
Δίκαιο και δικαιοσύνη για τους επιζώντες και για μια αληθινή φιλία των λαών μας!
[…] Φραγκφούρτη 08.07.2002
(Από τον πρόλογο του Ali Ertem, Προέδρου του “Συλλόγου Ενάντια στη Γενοκτονία”)


Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (Κωνσταντίνος Φωτιάδης)

Η έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία που αναφέρεται στη γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου αποτελεί πράξη καθήκοντος προς την ιστορία και πράξη ευθύνης απέναντι στις νεότερες γενιές των Ελλήνων.
Αποτελεί ταυτόχρονα κατάθεση αλήθειας που απευθύνεται προς όλους τους φιλελεύθερους λαούς του κόσμου με στόχο την ενημέρωσή τους για ένα από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα που διαπράχθηκαν ποτέ εις βάρος ενός ολόκληρου λαού.
Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού από τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του τουρκικού κράτους είναι ένα γεγονός που τεκμηριώνεται μέσα από αδιαμφισβήτητες ιστορικές πηγές. Η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας δεν γίνεται με στόχο την καλλιέργεια του εθνικιστικού μίσους. Δεν αποσκοπεί στο να υποδαυλίσει το αίσθημα της εκδίκησης. Η έκδοση αυτή υπακούει σε έναν πασίγνωστο και επιβεβαιωμένο κανόνα: πως οι λαοί που παραδίδουν εκούσια ή ακούσια στη λήθη την ιστορία τους, είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν. 


‘Ελληνες του Πόντου : Η Γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό (Βλάσης Αγτζίδης)

Η 19η Μαΐου αποτελεί μέρα μνήμης για τον ελληνισμό. Ημέρα μνήμης για τον ποντιακό ελληνισμό που σφαγιάσθηκε και εκδιώχθηκε από τις πατρογονικές του εστίες. Υπολογίζεται ότι την περίοδο 1914-23 εξοντώθηκαν πάνω από 350.000 Πόντιοι. Όσοι επέζησαν, κατέφυγαν στην Ελλάδα, στη Νότια Ρωσία και ειδικότερα στην περιοχή του Καυκάσου. Στις επόμενες δεκαετίες πολλοί από τους Πόντιους που είχαν καταφύγει στη Νότια Ρωσία ήρθαν πια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. (. . .) Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής, θέλοντας να αγκαλιάσει αυτό το ζωντανό κομμάτι του γένους, προβαίνει σε αυτήν την έκδοση για τους Έλληνες του Πόντου. Είναι ένα βιβλίο μνήμης για την καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού και ταυτόχρονα ανάδειξης ενός μοναδικού πολιτισμού, τον οποίον οι Πόντιοι διέσωσαν στις καρδιές τους και που με αυτόν μπολιάζουν τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.


Ούτε το όνομά μου (Thea Halo)

“Η οικογένειά μας ήταν: η μητέρα μου, ο πατέρας μου, οι πέντε αδελφές και τα τέσσερα αδέλφια μου, ένας θείος, μια θεία Αρμένισσα -μάλλον και αυτή κουβαλούσε τη δική της ιστορία- και η κόρη τους που παντρεύτηκε και μετακόμισε μακριά πολύ μικρή. Μετά από εμάς τίποτα.
Ζούσαμε στην Νέα Υόρκη, στην Ουέστ Εκατοστή Δεύτερη Οδό, αλλά τότε ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι είναι σήμερα. Στη δεκαετία του ’40 και του ’50, ο δρόμος έμοιαζε με σκηνικό από το Ουέστ Σάιντ Στόρι. Εμείς ζούσαμε σε ένα διαμέρισμα πέντε δωματίων που ήταν χτισμένα σαν τα βαγόνια ενός τρένου – κάθε δωμάτιο επικοινωνούσε με το επόμενο. […]
Μεγαλώσαμε ανάμεσα σε Ιρλανδούς κυρίως, αν και υπήρχαν και άλλες φυλές και εθνικότητες στις γύρω γειτονιές και στα σχολεία μας. Η καταγωγή μας, όμως, ήταν ένα μυστήριο για εμάς τα παιδιά. Είχαμε έρθει από δύο χαμένους πολιτισμούς. Και οι δύο γονείς μου ήταν από την Τουρκία και οι λαοί τους είχαν ζήσει εκεί για χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν ήταν Τούρκοι. Κανένας δε γνώριζε, ούτε καν είχε ακούσει για το λαό της μητέρας μου -τους Έλληνες Πόντιους της Μικράς Ασίας. Όσο για το λαό του πατέρα μου, τους Ασσύριους, γι’ αυτούς πίστευαν ότι είχαν ζήσει μόνο στους αρχαίους χρόνους και δεν υπήρχαν πια. Ως παιδί, δεν ανέφερα ποτέ την καταγωγή της μητέρας μου, ενώ τις λίγες φορές που επιχείρησα να απαντήσω στις ερωτήσεις για την καταγωγή του πατέρα μου, με διόρθωναν με μεγάλη επισημότητα.
«Όχι, γλυκιά μου. Εννοείς ότι είσαι Σύρια. Οι Ασσύριοι είναι αρχαίος λαός. Δεν υπάρχουν πια». Ακόμα και οι δάσκαλοί μου αυτό μου έλεγαν”. [. . .]
Η Thea Halo αφηγείται την αλησμόνητη ιστορία της μητέρας της, Σάνο. Στην ηλικία των 10 μόλις ετών η Σάνο επιβίωσε από την πορεία θανάτου που αφάνισε την οικογένειά της. Εβδομήντα χρόνια μετά τον εκπατρισμό της η Σάνο και η κόρη της Thea επιστρέφουν στην Τουρκία σε μια προσπάθεια αναζήτησης του χωριού και του πατρικού της. Στο βιβλίο, η Σάνο, μια ελληνίδα Πόντια που γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στη Μαύρη Θάλασσα, αναπολεί την παραδοσιακή αγροτική ζωή της στα βουνά του Πόντου.
Πόντος 1919. Η φοβερή συνειδητοποίηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά έφτασε σιγά -σιγά στο χωριό της Σάνο. Άγνωστοι άρχισαν να περιφέρονται και να διανυκτερεύουν στα χωράφια και στα δάση της περιοχής. Παραμόνευαν από απόσταση σαν αρπακτικά. Τούρκοι στρατιώτες έκαναν επιδρομές και οδηγούσαν τους άντρες στα άθλια στρατόπεδα εργασίας. Οι περισσότεροι πέθαιναν από τις κακουχίες και την πείνα. Αργότερα, την άνοιξη του 1920, οι Τούρκοι στρατιώτες ξαναγύρισαν και διέταξαν τους κατοίκους να υπακούσουν τις εντολές του Στρατηγού Κεμάλ Ατατούρκ: «Πρέπει να φύγετε απ’ αυτόν τον τόπο. Μαζί σας θα πάρετε ό,τι μπορείτε να σηκώσετε…». Στις πορείες θανάτου που ακολούθησαν, τα θύματα πέθαιναν εκεί όπου έπεφταν, με τα αρπακτικά να παραμονεύουν. Έτσι έφτασε στο τέλος της η τρισχιλιόχρονη ιστορία του ποντιακού ελληνισμού στην Τουρκία. Έχοντας χάσει ό,τι αγαπούσε στη ζωή της, ακόμη και το όνομά της, η Σάνο δόθηκε με προξενιό σ’ έναν άντρα που την πήρε μαζί του στην Αμερική στην ηλικία των 15 ετών. Ο άντρας της είχε τα τριπλάσια χρόνια της. Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία του γάμου της, την ανατροφή των 10 παιδιών της και τη μεταμόρφωσή της από μια αθώα παιδούλα, που ζούσε μια παραδοσιακή ζωή σε έναν απομακρυσμένο τόπο, σε μια στοργική μητέρα και αποφασιστική γυναίκα στη Νέα Υόρκη του 20ού αιώνα.
Η Τουρκία αποσιωπά συνειδητά τις σφαγές σχεδόν 3.000.000 ανθρώπων που ανήκαν στις χριστιανικές μειονότητες των Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, καθώς και τους μαζικούς εκτοπισμούς εκατομμυρίων άλλων. Το βιβλίο αυτό είναι μια σπάνια προσωπική μαρτυρία των τρομερών συμβάντων εκείνης της γενοκτονίας. Η αφήγηση αποτελεί μια αυθεντική κατάθεση ψυχής, γραμμένη αριστουργηματικά, ενώ η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τις προσωπικές αναμνήσεις και τις αγωνίες ενός δράματος.


Επιτέλους τους ξεριζώσαμε (Χάρης Τσιρκινίδης)

Το απάνθρωπο φαινόμενο της γενοκτονίας, αιώνες τώρα, χαρακτηρίζει την πολιτική των εκάστοτε τουρκικών κυβερνήσεων. Από τη μάχη του Ματζικέρτ (1071) ως την πτώση της Αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας (1461), από την εποχή του α’ Παγκόσμιου πολέμου (1915) ως τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και από τους βανδαλισμούς του 1955 ως την εισβολή στην Κύπρο (1974) ένας ήταν πάντοτε ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας, η εξόντωση του Ελληνισμού. Αυτή η γνωστή και βάρβαρη τακτική σε βάρος του Ελληνισμού τροφοδοτείται αδιάκοπα από το ανθελληνικό και αντιχριστιανικό μίσος και μένος και από την ανοχή και αδιαφορία των χριστιανικών Κρατών! Η εξαφάνιση καθετί μη μουσουλμανικής εθνότητας εξακολουθεί να αποτελεί όνειρο και επιδίωξη της τουρκικής πολιτικής.


Τοπάλ Οσμάν : Ένα χρονικό μιας άγνωστης ελληνικής τραγωδίας (Γεώργιος Λαμψίδης)

Ο Τοπάλ Οσμάν, ο άσημος βαρκάρης της Κερασούντος, πρωταγωνίστησε για μια δεκαετία στον αφανισμό των Ελλήνων του Πόντου. Εκτελεστικό όργανο ενός ευρύτερου σχεδίου εθνοκάθαρσης, έγινε πρόξενος ανείπωτων δεινών και θανάτου. Εξοπλισμένος με θυμό και μίσος, γρανάζι ενός κινήματος που στηρίχθηκε σε αποκλεισμούς, επιδόθηκε σε ωμότητες και ακραία βία με την κάλυψη μιας εθνικιστικής προπαγάνδας. Το βιβλίο είναι το χρονικό της εξολόθρευσης μιας κοινότητας, γεμάτο από συγκλονιστικές ιστορίες και μαρτυρίες, ατομικές, οικογενειακές, κοινοτικές, σαν ανταποκρίσεις από σκηνές εγκλημάτων που δεν καταγράφονται στη μεγάλη Ιστορία, αλλά έχουν σημαδέψει βαθιά το συλλογικό μας ψυχισμό.


Ταμάμα : Η Αγνοούμενη του Πόντου (Γεώργιος Ανδρεάδης)

«Δραματική ήταν η συλλογή αυτών των παιδιών. Τα παιδιά στο αντίκρυσμα του Έλληνα παπά, δασκάλου και Τούρκου αστυνομικού, τους οποίους ούτε καν γνώριζαν, αρνιόντουσαν να τους ακολουθήσουν. Η ταλαιπωρία της εξορίας και η πείνα που πέρασαν θέριωνε μέσα τους το φόβο να ακολουθήσουν άγνωστους ανθρώπους. Αγκάλιαζαν τους “θετούς” γονείς τους και με κλάματα ο αστυνομικός και με βία τα αποσπούσε για να τα πάρει και να τα φέρει στο στρατόπεδο. Η εργασία αυτή κράτησε εβδομάδες, μέχρις ότου συγκεντρωθούν όλα τα χαμένα ορφανά. Συγκινητική η σκηνή στην αυλή του άμοιρου Χατζή Εμίρ, του μπαλωματή παπουτσιών, όταν η επιτροπή έφτασε και στη δική του αυλή. Δύο χρόνια τώρα μεγάλωσε δίπλα του τα δύο ορφανά αγόρια και τα αγάπησε πολύ. Είχε οκτώ κορίτσια και κανένα αγόρι. Τώρα που απέκτησε δύο αγόρια, ήρθαν να του τα πάρουν. Έκλαιγαν τα δύο ορφανά, έκλαιγε και ολόκληρη η φαμίλια του Χατζή Εμίρ, αλλά ο νόμος είναι νόμος, ιδίως όταν αντιμετωπίζει αδυνάτους…».


Το Ποντιακό Ζήτημα Σήμερα (Μιχάλης Χαραλαμπίδης)

Το Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών δίνει στη δημοσιότητα τη μελέτη του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, που αναλύει τα σχετικά με το “Ποντιακό Ζήτημα” προβλήματα, όπως αυτά εμφανίζονται στις μέρες μας. Η ανάλυση αυτή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στη σημερινή περίοδο. Και τούτο γιατί, πέρα από τους λίγο-πολύ γνωστούς λόγους, η πρόσφατη μαζική έλευση χιλιάδων Ποντίων από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, επαναφέρει στο κέντρο της προσοχής τις παλιές και νέες διαστάσεις των προβλημάτων που σχετίζονται με το “Ποντιακό Ζήτημα”. Ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, τόσο με τη γενικότερη παρουσία του στην κοινωνικο-πολιτική ζωή της χώρας μας, όσο και με τις πολύπλευρες γραπτές και προφορικές αναφορές του στα προβλήματα των Ποντίων. Με την εργασία του αυτή όμως έρχεται να συστηματοποιήσει σε ένα ενιαίο αναλυτικό πλαίσιο τις διάφορες συνιστώσες του “Ποντιακού Ζητήματος”. Αναμφισβήτητα η ανάλυση αυτή αποτελεί μια πολύ σημαντική συμβολή όχι μόνο στην ανάδειξη της ουσίας του ποντιακού προβλήματος, αλλά και στον καθορισμό των βασικών προτάσεων που υποβοηθούν την επίλυσή του.
Με την έννοια αυτή η παρούσα έκδοση του ΙΜΜ αποτελεί μια προσπάθεια σοβαρής μελέτης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει αυτό το σημαντικότατο κομμάτι του μείζονος ελληνισμού, το οποίο μέχρι σήμερα δυστυχώς δεν απασχόλησε συστηματικά την επιστημονική έρευνα στη χώρα μας. Ασφαλώς, η εργασία του Μιχάλη Χαραλαμπίδη δεν αποτελεί την τελευταία λέξη της επιστημονικής ανάλυσης του “Ποντιακού Ζητήματος”. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια εργασία που θα παίξει σημαντικό ρόλο στις μελλοντικές επιστημονικές επεξεργασίες του θέματος αυτού. Εκφράζουμε την ευχή μιας γόνιμης επιστημονικής συζήτησης γύρω από αυτό το θέμα. Αποτελεί πάγια τοποθέτηση του ΙΜΜ η επισήμανση ότι οι απόψεις που εκφράζονται στη μελέτη αυτή, όπως και σε όλες τις δημοσιεύσεις του Ιδρύματός μας, αντιπροσωπεύουν τις γνώμες και κρίσεις των εκάστοτε συγγραφέων.


Γη του Πόντου (Δημήτρης Ψαθάς)

Μια σειρά από εύθυμα σημειώματα γύρω απ’ τα παιδικά μου χρόνια -δημοσιευμένα στον «Ταχυδρόμο»- ήταν το ξεκίνημα που με παρέσυρε σιγά-σιγά να γράψω ένα Χρονικό για τον ελληνισμό του Πόντου. Όχι εύθυμο, βέβαια, γιατί ένα τέτοιο γραφτό δεν γίνεται να είναι εύθυμο, και πολύ λιγότερο όταν αφορά στην χρονική περίοδο της Ιστορίας του Πόντου, που μπαίνει σε τούτο το βιβλίο -1914-1922- δηλαδή, τα χρόνια που αντιστοιχούν στην τελευταία φάση της τραγωδίας και το τελικό ξερίζωμα του ελληνισμού του Πόντου.


Τα μυστικά του Πόντου (Μοναχός Μάξιμος Ιβηρίτου)

Η επετειακή αυτή εργασία για τα εκατό χρόνια από την γενοκτονία των Ποντίων από τους Τούρκους περιλαμβάνει: Τοπογραφική Ιστορική, Χριστιανική και εθνολογική επισκόπηση του Πόντου, με ιδιαίτερη αναφορά στους πάμπολλους ευρισκομένους στον Πόντο και ανά την Τουρκία κρυπτοχριστιανούς.


Παναγία Σουμελά (Συλλογικό έργο)


Επιμέλεια βιβλιοπροτάσεων:
Χαράλαμπος Αντωνόπουλος, εκπαιδευτικός MSc

Βιβλιογραφική έρευνα:
Τάκης Κοντούλης, φοιτητής τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ
Βάσια Τσακριλή, φοιτήτρια τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ